'

ὑψηλήν

f. Acc Sg of ὑψηλός, ὑψηλή, ὑψηλόν (adj.) ‘high, lofty’

αἰδοιοτέρα

f. Nom/Voc of αἰδοῖος, αἰδοία, αἰδοῖον (adj.) ‘modest, reverent’ (Most -ιος adjectives form comp. with -τερος, not -έστερος)

τηλικαύτη

f. Nom Sg of τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο (adj.) ‘so great, of such an age’